20/11/2013 - Cerameus - Δράσεις προσαρμογής της παραδοσιακής αγγειοπλαστικής - κεραμικής στο σύγχρονο επιχειρείν

Ολοκληρώθηκε πρόσφατα, στη Μυτιλήνη, το Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα «Cerameus - Δράσεις προσαρμογής της παραδοσιακής αγγειοπλαστικής - κεραμικής στο σύγχρονο επιχειρείν», στο οποίο ο Δήμος Λάρνακας συμμετείχε ως Εταίρος 2 μαζί με τους Δήμους  Λέσβου – επικεφαλής Εταίρος  και Μινώα Πεδιάδας (Κρήτη) – Εταίρος 3.

Σκοπός της πρότασης “CERAMEUS” ήταν η επίτευξη, μέσον της υλοποίησης συγκεκριμένων δράσεων, εκσυγχρονισμού των μεθόδων παραγωγής κεραμικών προϊόντων, η βελτίωση της εξωστρέφειας τους και η εισαγωγή και χρήση νέων τεχνολογιών στην κατεύθυνση της διάθεσης και πώλησης των προϊόντων αυτών, η προώθηση και προβολή τοπικών προϊόντων, καθώς και η ανταλλαγή τεχνογνωσίας ανάμεσα στους εταίρους σε σχέση με την τέχνη της αγγειοπλαστικής και κεραμοποιίας, αλλά και η ανταλλαγή τεχνογνωσίας στην κατεύθυνση της διαχείρισης και της προώθησης της κεραμευτικής παράδοσης, σε συνδυασμό με την τουριστική ανάπτυξη της περιοχής.

Κατά τη διάρκεια του Προγράμματος πραγματοποιήθηκαν 6 συναντήσεις, 2 σε κάθε συμμετέχοντα Δήμο και επίσης 2 εκθέσεις κεραμικής, μία στη Λάρνακα και μια το Δήμο Μινώα Πεδιάδας. Επίσης, πραγματοποιήθηκαν και εκπαιδευτικές Ημερίδες.   Συγκεκριμένα, στη Λάρνακα πραγματοποιήθηκε η «Πρώτη Παγκύπρια Ημερίδα Κεραμικής» κατά την οποία παρουσιάστηκαν στους κεραμίστες, η Ιστοσελίδα καθώς και το Πρότυπο Πιστοποίησης. Την Ημερίδα πλαισίωσαν με ομιλίες διακεκριμένοι δημότες της Λάρνακας σχετικά με  την ιστορία της κεραμικής στην Κύπρο.

Τα εκθέματα των εκθέσεων έχουν αγοραστεί από το Δήμο Λέσβου, όπου και θα εκτίθενται σε μόνιμη έκθεσης κεραμικής.

Ο Δήμος Λάρνακας, ένθερμος υποστηρικτής της παράδοσης, όπως  αυτό φαίνεται και μέσα από τις διαχρονικές του ενέργειες και δραστηριότητες, θεωρεί ότι η στήριξη και προώθηση της παραδοσιακής κεραμικής, διασφαλίζει και διασώζει ένα σημαντικό μέρος του πολιτισμού μας. Εκσυγχρονίζοντας τις μεθόδους παραγωγής και διάθεσης της παραδοσιακής αγγειοπλαστικής – κεραμοποιίας, ενισχύοντας την επιχειρηματικότητα στην κατεύθυνση διαφοροποίησης του παραδοσιακού χειροποίητου κεραμικού προϊόντος και βελτιώνοντας την εξωστρέφεια του προϊόντος αυτού, μέσα από ποικίλες δράσεις και πρωτοβουλίες.

Η κεραμική, μια από τις παλαιότερες μορφές τέχνης στο Αιγαίο και στη Μεσόγειο, διαθέτει αδιαμφισβήτητη αξία και έχει να επιδείξει κορυφαία δείγματα. Κεραμικά προϊόντα, τόσο με χρηστικό, όσο και με διακοσμητικό χαρακτήρα φτιαγμένα από ανθεκτικά υλικά, μοναδικά χειροποίητα αντικείμενα με μοναδικότητα και κομψότητα.

Δυστυχώς στις μέρες μας, ο ανταγωνισμός και η μαζοποίηση, αλλά και η έλλειψη θεσμών κατάρτισης και η ανυπαρξία δικτύου για την ανταλλαγή τεχνογνωσίας και πληροφόρησης, οδηγούν στην αποδυνάμωση και γήρανση του επαγγέλματος.

Λαμβάνοντας όμως υπόψη τις δυνατότητες του τομέα αυτού, αλλά και τις δυνατότητες που σήμερα προσφέρονται με τη χρήση νέων τεχνολογιών, υπάρχουν πολλά περιθώρια βελτίωσης και ανάδειξής του, μέχρι και σε αντικείμενο τουριστικής προβολής και ανάπτυξης, συμβάλλοντας στην προώθηση και προβολή τοπικών προϊόντων.

Οι συγκεκριμένες δράσεις που ανέλαβαν όλοι οι συμμετέχοντες Δήμοι να υλοποιήσουν, αποσκοπούσαν στην επίτευξη των στόχων που είχαν τεθεί.

Ο Δήμος Λάρνακας, μέσα από τις δράσεις και πρωτοβουλίες που ανέλαβε, ήταν η δημιουργία του «Πρότυπου Πιστοποίησης για παραδοσιακό ή/και χειροποίητο κεραμικό». Το Πρότυπο αυτό προδιαγράφει συγκεκριμένες απαιτήσεις έτσι ώστε ένα προϊόν κεραμοποιίας και αγγειοπλαστικής να μπορεί να πιστοποιηθεί ως «Χειροποίητο» ή «Χειροποίητο Παραδοσιακό». Ο σκοπός του Πρότυπου δεν είναι να αποκλείει, άλλα να συμπεριλαμβάνει όσο το δυνατό περισσότερα προϊόντα.

Επίσης, ανέλαβε τη δημιουργία και το σχεδιασμό ιστοσελίδας, η οποία περιλαμβάνει και λειτουργία Κέντρου Ηλεκτρονικού Εμπορίου. Η ιστοσελίδα που θα τεθεί σύντομα σε λειτουργία θα περιλαμβάνει στοιχεία για τους κεραμίστες των τριών Δήμων καθώς και προϊόντα προς πώληση.

Ο Δήμαρχό κ. Ανδρέας Ν. Λουρουτζιάτης και το Δημοτικό Συμβούλιο Λάρνακας, θεωρούν ότι η επιτυχία και λειτουργία του Προγράμματος αυτού, δεν αποτέλεσε απλά την εκπλήρωση ενός σκοπού, αλλά τη σύσφιγξη των σχέσεων και των δεσμών Κύπρου και Ελλάδας και έθεσε τις βάσεις για μια διασυνοριακή συνεργασία, όχι μόνο του κλάδου, αλλά και του ευρύτερου χώρου του εμπορίου, που οδηγεί έτσι στην επιστροφή, στην παράδοση και στα ελληνικά προϊόντα.

Η χρηματοδότηση του Προγράμματος ήταν κατά 80% από τα Κοινοτικά Κονδύλια και κατά 20% από Εθνικούς Πόρους.